Τράπεζα Πειραιώς: Στη Βουλή η ΑΜΚ

0
47
τράπεζα-πειραιώς-στη-βουλή-η-αμκ

Το θέμα της αύξησης κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς συζητήθηκε στη Βουλή με αντιπαραθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης.

Χαντζηνικολάου: Σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον

O πρόεδρος της Πειραιώς κος Ν. Χαντζηνικολάου έκανε λόγο για αλλαγή σελίδας για όλο το τραπεζικό σύστημα, που θα επέλθει μέσω της αύξησης κεφαλαίου της Τράπεζας. Χαρακτήρισε ευνοϊκές τις συνθήκες για να γίνει τώρα η διαδικασία και μίλησε για αισιόδοξα και ενθαρρυντικά τα μηνύματα που έρχονται από τους συμβούλους.

Όπως είπε ο κος Χαντζηνικολάου, «η σχεδιαζόμενη αύξηση των κεφαλαίων της Τράπεζας θα επιτρέψει την ταχύτερη μείωση των επισφαλών απαιτήσεων και θα δώσει την ευκαιρία στην Τράπεζα να επικεντρωθεί κατά 100% στη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας. Και είναι ακριβώς αυτή η προοπτική που δημιουργεί προσδοκώμενη αύξηση στην αξία της Τράπεζας Πειραιώς και κατ’ επέκταση το επενδυτικό ενδιαφέρον για τη συμμετοχή στην αύξηση κεφαλαίου, που όλοι ακούμε».

Όπως είπε ο πρόεδρος της Πειραιώς, «τα μηνύματα που μας μεταφέρουν οι εγχώριοι και διεθνείς θεσμικοί επενδυτές που συναντάμε στο πλαίσιο των ενημερωτικών συναντήσεων (roadshows) είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά. Παρόμοια αισιόδοξα μηνύματα λαμβάνουμε και από τους διεθνείς επενδυτικούς μας συμβούλους, οι οποίοι συναντούν εκατοντάδες επενδυτές. Και αυτοί μας μεταφέρουν την πολύ θετική υποδοχή της προοπτικής αύξησης κεφαλαίου στο άμεσο μέλλον».

«Η συγκυρία αυτή είναι σπάνια και ιδιαίτερα πολύτιμη, όχι μόνον για την Τράπεζα Πειραιώς αλλά και για τη χώρα, αφού θα σηματοδοτήσει την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος στην κανονικότητα. Σε βάρος όμως αυτής της προσπάθειας για άλμα προς τα εμπρός, έχει δυστυχώς καλλιεργηθεί μια απίστευτη παραφιλολογία σχετικά με τη φημολογούμενη και αβάσιμη απεμπόληση δικαιωμάτων και περιουσίας από πλευράς του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και του Δημοσίου. Αυτή η παραφιλολογία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και υποτιμά σημαντικά τον ρόλο και τη συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην οικονομία», τόνισε.

Γ. Στουρνάρας: Οι ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών είναι σημαντικές για την οικονομία – Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς είναι αναγκαία

Σημαντικό για τις τράπεζες αλλά και για την ευρύτερη οικονομία είναι να υπάρξουν επιτυχείς ανακεφαλαιοποιήσεις του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος, ανέφερε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας κατά την ενημερώση της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων σχετικά με τις εξελίξεις και τις προοπτικές του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε..

Ο διοικητής της ΤτΕ, τόνισε πως «οι ελληνικές τράπεζες έχουν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να επαναοριοθετήσουν τη στρατηγική τους και να αναδιαρθρώσουν τη δομή τους ώστε να συμβάλουν στην αναδιάταξη της ελληνικής οικονομίας, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις προοπτικές που διανοίγονται με την ψηφιακή τεχνολογία και τη σημαντική ροή κεφαλαίων που αναμένεται από το Ευρωπαϊκό Μέσο Ανάπτυξης (NGEU)».

Σχετικά με την Τράπεζα Πειραιώς, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε πως «η τράπεζα έχει δημοσιοποιήσει την πρόθεση της να ολοκλήρωση την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εντός του τρέχοντος τριμήνου. Η κίνηση αυτή έρχεται σε συνέχεια προηγούμενης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας (Νοέμβριος 2020) να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να ακυρώσει την πληρωμή του τοκομεριδίου του μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου (CoCo), ουσιαστικά μετατρέποντας το σύνολο των ομολογιών ονομαστικής αξίας 2,040 εκατ. ευρώ σε κοινές μετοχές και αυξάνοντας το ποσοστό του ΤΧΣ στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Πειραιώς σε 61% από 26%. Οι εποπτικές αρχές έχουν συναινέσει απολύτως στην απόφαση αυτή». Τόνισε πως αυτή «η εξέλιξη κρίνεται ως ιδιαιτέρως θετική από εποπτική σκοπιά, επειδή ενισχύει τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας κατά 0,4 εκατοστιαίες μονάδες ετησίως (λόγω της μη καταβολής τοκομεριδίου) και αποκαθιστά τις συνθήκες πρόσβασης της τράπεζας στις αγορές κεφαλαίου. Εξίσου ιδιαιτέρως θετική εκτιμάται ότι είναι και η απόφαση περιορισμού του ποσοστού του ΤΧΣ σε μειοψηφικό ποσοστό (non-blocking minority) καθώς μόνο με αυτή τη συνθήκη εκτιμάται ότι μπορεί να επιτευχθεί η στήριξη της τράπεζας με ιδιωτικά κεφάλαια σε διατηρήσιμη βάση».

Τόνισε πως «η ολοκλήρωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς αποτελεί ουσιαστικά την αφετηρία μιας διαδικασίας αποκατάστασης ορισμένων αδυναμιών στα μεγέθη του ιδρύματος [..] Στο πλαίσιο αυτό η αύξηση κεφαλαίου που προγραμματίζει η Τράπεζα Πειραιώς είναι αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου.

Υπογράμμισε πως εάν υπάρξει επιτυχής ολοκλήρωση των προγραμμάτων ανακεφαλαιοποίησης, αυτό θα έχει πολύ σημαντικά οφέλη, καθώς εν μέσω πρωτόγνωρων συνθηκών συστημικής αστάθειας, κυρίως από πλευράς ζημιών και εκροών καταθέσεων, οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιούνται χωρίς να χαθεί ούτε ένα ευρώ από καταθέσεις και αυτό έχει τεράστια σημασία για την ευρύτερη σχέση των πολιτών, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεως με τις τράπεζες. Ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Ευρωσυστήματος και του Ενιαίου Μηχανισμού Εποπτείας για κεφαλαιακή επάρκεια και διατηρείται έτσι η πρόσβαση στη ρευστότητα του Ευρωσυστήματος.

Σημείωσε πως με τη διαμόρφωση υψηλών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας είναι δυνατή η σταδιακή επιστροφή των τραπεζών στις πανευρωπαϊκές αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Καθώς και περιορίζεται η απομόχλευση των ισολογισμών των τραπεζών, με ορατές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας.

Ο κ. Στουρνάρας, ανέφερε πως όλες αυτές οι κινήσεις που έχουν γίνει διαμορφώνουν συνθήκες λειτουργίας και ανταγωνισμού στον εγχώριο τραπεζικό κλάδο, καθώς μειώθηκε ο αριθμός των προβληματικών και μη ανταγωνιστικών τραπεζικών μονάδων. Μειώθηκε ο αριθμός τραπεζικών μονάδων καθώς οι μακροχρόνιες τάσεις της τραπεζικής αγοράς υπέδειξαν ένα μέγεθος πολύ διαφορετικό από αυτό της προηγούμενης δεκαετίας. Διαμορφώθηκαν οικονομίες κλίμακας και σημαντικές συνέργειες με αποτέλεσμα την βελτίωση της αποδοτικότητας των τραπεζών.

Ο διοικητής της ΤτΕ απαντώντας στην κριτική ότι οι τράπεζες έχουν κατ’ επανάληψη ανακεφαλαιοποιηθεί (με χρήματα του δημοσίου) ανέφερε ότι τα πραγματικά στοιχεία υποδεικνύουν ένα διαφορετικό συμπέρασμα καθώς ενώ συνήθως σε μια μεγάλη οικονομική κρίση συρρικνώνεται δραστικά ο ισολογισμός των τραπεζών, στην Ελλάδα δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Αντίθετα ενώ το σύνολο των καταθέσεων μειώθηκε κατά 48,4% από το 2009 έως το 2015, ποσοστό που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να επιφέρει ταχεία απομόχλευση του τραπεζικού κλάδου και περαιτέρω υφεσιακές συνθήκες, η ετήσια πιστωτική συρρίκνωση στην Ελλάδα ουδέποτε υπερέβη το 4%.

Ο κ. Στουρνάρας αναφερόμενος στις σημερινές προκλήσεις του τραπεζικού μας συστήματος σημείωσε πως σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, το ξέσπασμα της πανδημίας το Μάρτιο του 2020 βρήκε τις ελληνικές τράπεζες σε φάση ανάκαμψης από την προηγούμενη κρίση, έχοντας επιδείξει σημαντική βελτίωση σε αρκετούς τομείς. Ειδικότερα είπε πως οι ελληνικές τράπεζες κατάφεραν να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια σε επίπεδα άνω του ελάχιστου ορίου, προχωρώντας και σε εκδόσεις τίτλων που προσμετρώνται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια. Σε σχέση με το Μάρτιο του 2016, όπου καταγράφηκαν τα υψηλότερα μεγέθη, έχει επιτευχθεί μείωση κατά 56% στο συνολικό ύψος των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ). Επίσης, σημαντική ήταν η μείωση στο καταναλωτικό (61%) αλλά και στο επιχειρηματικό (56%) χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά τις πρόσφατες τιτλοποιήσεις βελτιώθηκε και η επίδοση στο στεγαστικό (μείωση 52%). Τα επίπεδα ρευστότητας βελτιώθηκαν σημαντικά, κυρίως λόγω της αύξησης των καταθέσεων. Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις έχουν ανακάμψει κατά 43 δισ. ευρώ (+33%) από το ιστορικά χαμηλό (129,0 δισ. ευρώ) του Ιουλίου του 2015 με τις τράπεζες να μηδενίζουν την εξάρτηση από τον έκτακτο μηχανισμό παροχής ρευστότητας (ELA) και να πληρούν τον ελάχιστο εποπτικό δείκτη ρευστότητας. Ταυτόχρονα, παρουσίαζαν ασθενέστερα οικονομικά μεγέθη συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές τράπεζες, με την εικόνα αυτή να μην μεταβάλλεται κατά το υπόλοιπο του προηγούμενου έτους. Τα ΜΕΔ ανέρχονται σε σχεδόν 47 δισ. ευρώ σε ατομική και 58 δισ. ευρώ σε ενοποιημένη βάση, με τους δείκτες ΜΕΔ ως ποσοστό των συνολικών δανείων να διαμορφώνονται σε 30,22% και 32,9% αντίστοιχα. Ο μέσος όρος για τα πιστωτικά ιδρύματα της Ε.Ε. για την ίδια περίοδο είναι μόλις 2,6%. Το ποσοστό κάλυψης των ΜΕΔ από προβλέψεις είναι 44%, και βρίσκεται σχεδόν στα ίδια επίπεδα με το μέσο όρο της Ε.Ε., αλλά αρκετά χαμηλότερα από χώρες όπου εμφανίζουν υψηλούς δείκτες ΜΕΔ, όπως η Ιταλία, Πορτογαλία, κ.α. Ο μέσος Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας ανέρχεται σε 16,6%, περίπου 3 μονάδες κάτω από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, παραμένει άλυτο και μάλιστα επιδεινώνεται το σημαντικό πρόβλημα της διάρθρωσης των εποπτικών κεφαλαίων, μεγάλο μέρος των οποίων είναι με τη μορφή της Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης (DTCs). Επίσης, οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν έλλειμμα άνω των 10 δισ. ευρώ σε σχέση με τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υπόχρεων.

Για τις προκλήσεις που υπάρχουν για το ελληνικό και ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι είναι: Το χαμηλό επιτοκιακό περιβάλλον (low interest rate environment) που σε συνδυασμό με τη χαμηλή αποδοτικότητα κόστους επηρεάζει την κερδοφορία και τη δυνατότητα δημιουργίας κεφαλαίων. Ό,τι για τις ελληνικές τράπεζες, αρνητικά επιδρά επίσης και το υψηλό κόστος πιστωτικού κινδύνου, δηλαδή οι αναγκαίες δαπάνες για το σχηματισμό προβλέψεων. Καθώς και ο ολοένα αυξανόμενος ανταγωνισμός από μη-τράπεζες και από τα λεγόμενα BigTechs, καθώς και τις επιπτώσεις στη λειτουργία και το επιχειρηματικό μοντέλο των τραπεζών από την ψηφιακή καινοτομία (digital innovation). Προκλήσεις, όπως σημείωσε ο κ. Γ. Στουρνάρας οι οποίες πηγάζουν από την ατελή τραπεζική ένωση (Banking Union) στην ευρωζώνη, σημαντικά κομμάτια της οποίας – όπως το Ενιαίο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων – απουσιάζουν.

Ο διοικητής της ΤτΕ, αναφερόμενος στις επιπτώσεις της πανδημίας ανέφερε πως αυτή διατάραξε την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα παγκοσμίως, με σοβαρές επιπτώσεις σε όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά: επιχειρήσεις, νοικοκυριά, κράτος και τράπεζες. Όμως σε αντίθεση με τις προηγούμενες κρίσεις, οι εποπτικές αρχές αντέδρασαν άμεσα και συντονισμένα και δρουν μέχρι και σήμερα. Βεβαίως, παρατήρησε πως τα σημάδια από την κρίση που προκάλεσε η πανδημία δεν είναι ακόμα πλήρως εμφανή στην πραγματική οικονομία τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ευρωζώνη και θα είναι ενδεχομένως πιο ορατά μετά την έξοδο από τα μέτρα στήριξης. Όσον αφορά το τραπεζικό σύστημα η επίπτωση αφορά κυρίως σε νέα ΜΕΔ καθώς και στην αναμενόμενη επιδείνωση του λόγου των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων προς το σύνολο των εποπτικών κεφαλαίων.

Σταϊκούρας: Mονόδρομος η αύξηση κεφαλαίου της Πειραιώς

– Δεν υπήρχε εναλλακτική
Τους λόγους για τους οποίους δεν υπάρχει εναλλακτική στο σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης της Τράπεζας Πειραιώς ανέλυσε ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, μιλώντας στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, σχετικά με τις εξελίξεις και τις προοπτικές του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς.
Ο Υπουργός Οικονομικών επέρριψε τις ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση της τράπεζας Πειραιώς και εν γένει του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στους χειρισμούς της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ενώ σχετικά με τη ζημία των υφιστάμενων μετόχων, ανέφερε ότι σχεδιάζεται να προβλεφθεί προνομιακή κατανομή νέων μετοχών για τους υφιστάμενους μετόχους, με προτιμησιακή διαχείριση.

Οι λόγοι της μη ύπαρξης εναλλακτικού σχεδίου

Σύμφωνα με τον Σταϊκούρα, η απάντηση για το αν υπάρχει εναλλακτική στο σχέδιο κεφαλαιακής ενίσχυσης της Πειραιώς είναι αρνητική.

Και αυτό για τους εξής λόγους:

1ος: Η μη εξυγίανση του ισολογισμού της τράπεζας θα παγίδευε το πιστωτικό ίδρυμα σε αδυναμία μεγέθυνσης του ισολογισμού της και παραγωγής οργανικών κερδών, εν μέσω ολοένα αυξανόμενων εποπτικών απαιτήσεων και δυσχερούς πρόσβασης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου.
Αυτό πιθανότατα θα οδηγούσε σε εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης.
Και όπως ελπίζω καταλαβαίνουμε όλοι, το κόστος για καταθέτες και Δημόσιο από τυχόν εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης θα ήταν δυσβάστακτο, ενώ θα προέκυπτε ανεπανόρθωτο πλήγμα στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

2ος: Η ανάγκη για άμεση ενίσχυση κεφαλαίων, σε συνδυασμό με τους όρους για τη μετατροπή των Υπό Αίρεση Μετατρέψιμων Ομολογιών (Contingent Convertible Securities – CoCos) σε κοινές μετοχές, που νομοθέτησε η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, είχαν ήδη προεξοφλήσει τη μετατροπή του και απομειώσει την αξία του.
Σε αυτό το σημείο θα μου επιτρέψετε να επιμείνω λίγο, για να θυμίσω ορισμένα πράγματα:
Η Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, της 2 Νοεμβρίου 2015, καθόριζε, μεταξύ άλλων, τους όρους και της προϋποθέσεις της μετατροπής.

Ποιοι ήταν αυτοί:

Οι ομολογίες μετατρέπονται αυτόματα σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος, εάν για οποιονδήποτε λόγο το πιστωτικό ίδρυμα δεν καταβάλει τους καταβλητέους τόκους σε δύο Ημερομηνίες Καταβολής Τόκου.
Οι κάτοχοι ομολογιών δικαιούνται, στην 7η Επέτειο, να μετατρέψουν τις ομολογίες τους σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος.
Και τέλος, η τιμή μετατροπής για την Τράπεζα Πειραιώς ουσιαστικά ορίστηκε στην ονομαστική αξία των 6 ευρώ.
Η απώλεια της πρώτης πληρωμής του κουπονιού έγινε το 2018, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, με απόφαση της ίδιας της Τράπεζας, χωρίς να υπάρξει επίσημο αίτημα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Η πρόταση της Τράπεζας Πειραιώς για πληρωμή του τοκομεριδίου, ύψους 166 εκατ. Ευρώ το 2020, απορρίφθηκε, το Νοέμβριο, από την ΕΚΤ.

Επίσης, το Δεκέμβριο του 2022, με βάση τους όρους που η προηγούμενη Κυβέρνηση νομοθέτησε, θα είχε δικαίωμα το ΤΧΣ να μετατρέψει τα CoCos σε κοινές μετοχές, στην ονομαστική αξία των 6 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω, είναι δεδομένο ότι η τράπεζα χρειάζεται άμεση ενίσχυση κεφαλαίων, και ότι η ιδιωτική συμμετοχή σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου θα ήταν απίθανη, όσο υπήρχε ο κίνδυνος απίσχνασης των μετόχων από μετατροπή των CoCos σε κοινές μετοχές.
Κοινώς, η προηγούμενη Κυβέρνηση κατάφερε τα CoCos των 2 δισ. ευρώ, να έχουν μηδενική αξία.
Προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά για το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο κ. Σταϊκούρας υπενθύμισε ακόμη ότι στην κεφαλαιακή ενίσχυση της Τράπεζας, επί ΣΥΡΙΖΑ, και συγκεκριμένα στη Γενική της Συνέλευση, στις 15 Νοεμβρίου 2015, αποφασίσθηκε, ρητώς, «η κατάργηση του δικαιώματος προτίμησης των παλαιών μετόχων», προς το σκοπό «της μεγιστοποίησης της συμμετοχής των ιδιωτών επενδυτών στην άντληση κεφαλαίων».

“Αυτά, για να μην ξεχνιόμαστε, και για να προσέχετε καλύτερα, κύριοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, τις ανακοινώσεις σας”, δήλωσε.
Σήμερα, σύμφωνα με ανακοίνωση της Τράπεζας Πειραιώς, σχεδιάζεται να προβλεφθεί προνομιακή κατανομή νέων μετοχών για τους υφιστάμενους μετόχους, με προτιμησιακή διαχείριση.

Ο ρόλος του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας

Το Ταμείο, ως μέτοχος της Τράπεζας Πειραιώς, δεσμεύεται να ενεργεί με γνώμονα την εξυπηρέτηση του σκοπού του, ο οποίος δεν είναι άλλος από την συνεισφορά στη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, χάριν δημοσίου συμφέροντος.
Όπως είναι άλλωστε γνωστό, το Ταμείο, όπως σαφώς ορίζει ο ιδρυτικός του νόμος, δεν ανήκει στον δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, διαθέτει οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, και λειτουργεί αμιγώς κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Ο αμιγώς ιδιωτικός χαρακτήρας του Ταμείου δεν αναιρείται ούτε από την κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε από την έκδοση των προβλεπομένων αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών.
Υπό την ιδιότητα αυτή, το Ταμείο έχει ήδη εκφράσει, με την από 23 Νοεμβρίου 2020, ανακοίνωσή του, την ετοιμότητά του να στηρίξει την Τράπεζα στην προσπάθειά της για την ενίσχυση του ισολογισμού της, τη σημαντική απομείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, την αποτελεσματική ενίσχυση των λειτουργιών της, καθώς και τη θεμελίωση μιας βιώσιμης και επαναλαμβανόμενης οργανικής κερδοφορίας.

Ποιες οι προοπτικές και τα οφέλη μετά την κεφαλαιακή ενίσχυση;

Η Τράπεζα, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, προγραμματίζει σειρά ενεργειών που θα της επιτρέψουν να απορροφήσει τις ζημιές από τις πωλήσεις «κόκκινων» δανείων και να υλοποιήσει το επιχειρηματικό της πλάνο.
Ενδεικτικά, η Τράπεζα προγραμματίζει να αυξήσει τις καθαρές χρηματοδοτήσεις της προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις κατά 10 δισ. ευρώ εντός της επόμενης 4ετίας, συνεισφέροντας στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Αυτό είναι ένα όφελος που δεν είναι άμεσα μετρήσιμο.
Όπως επίσης δεν είναι μετρήσιμη η θετική επίπτωση στην πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας από την εξυγίανση του ισολογισμού της μεγαλύτερης τράπεζας και την επίτευξη μονοψήφιου δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων για το σύστημα σύντομα.

Η ανάγκη της εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος

Η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ιδιαίτερα σε χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, που είναι τραπεζο-κεντρική, αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική κατανομή των διαθέσιμων, περιορισμένων οικονομικών πόρων.
Η ανάγκη ταχείας και μεγάλης μείωσης των «κόκκινων» δανείων, εντός των επόμενων ετών, αποτελεί για την Κυβέρνηση, και για την οικονομία, μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις.
Η διαχείριση αυτού του προβλήματος, και συνολικά η ενίσχυση της εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, θα «ξεκλειδώσει» την ουσιαστική επανεκκίνηση της πιστωτικής επέκτασης.
Αποτέλεσμα αυτού θα είναι – μεταξύ άλλων – η προσέλκυση και η υλοποίηση νέων επενδύσεων, η αξιοποίηση αδρανών πόρων της οικονομίας και η περαιτέρω βελτίωση του αξιόχρεου της χώρας.
Όλα αυτά θα συμβάλουν στην επίτευξη υψηλής, βιώσιμης, διατηρήσιμης και χωρίς αποκλεισμούς οικονομικής ανάπτυξης

Οι τράπεζες την τελευταία 10ετία

Ο κ. Σταϊκούρας θεώρησε χρήσιμη μία σύντομη, ιστορική αναδρομή στην πορεία του τραπεζικού συστήματος την τελευταία δεκαετία, είναι χρήσιμη για να «φρεσκάρουμε» τη μνήμη μας, διδακτική για να μην επαναλάβουμε σφάλματα του παρελθόντος και ερμηνευτική της σημερινής πραγματικότητας, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση της Τράπεζας Πειραιώς.
“Γιατί το καλύτερο «πρωταπριλιάτικο ψέμα» είναι οι πρόσφατες αναφορές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης περί μη προστασίας του δημοσίου συμφέροντος από τη σημερινή Κυβέρνηση.
Ευκαιρία λοιπόν να δούμε ποια Κυβέρνηση έχει δράσει για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
Γιατί για εσάς, για το ΣΥΡΙΖΑ, αυτή η έννοια φαίνεται να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.
Παίζετε μαζί της «πολιτικά παιχνίδια».
Όπως αποδείξατε πρόσφατα, με την κύρωση της Σύμβασης για το Ελληνικό.
Όπου από τη μία υποστηρίζατε, και πάλι, ότι δεν προστατεύουμε το δημόσιο συμφέρον, και από την άλλη υπερψηφίζατε, επί της αρχής, τη Σύμβαση.
Για εμάς όμως, στο οικονομικό επιτελείο, η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος είναι ο μοναδικός μας οδηγός”, ανέφερε ο κ. Σταϊκούρας.

Οι ευθύνες των τραπεζών

Την προηγούμενη δεκαετία, τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας βρέθηκαν, εξαιτίας της κρίσης αλλά – σημειώνω – και με δική τους σημαντική ευθύνη, αντιμέτωπα με μεγάλες προκλήσεις.
Αυτές οι προκλήσεις κατέστησαν αναγκαία τη διαμόρφωση πλαισίου στήριξής τους, προκειμένου να διαφυλαχθούν οι καταθέσεις των πολιτών από τον κίνδυνο απώλειας και η πραγματική οικονομία από πλήρη κατάρρευση.
Το πλαίσιο ξεκίνησε να δημιουργείται έγκαιρα, από το 2008, από την τότε Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όταν το «τσουνάμι» της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης χτύπησε την Ευρώπη.
Και συνεχίστηκε μεταγενέστερα, μέσα από τις 2 πρώτες ανακεφαλαιοποιήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, αυτές του 2013 και του 2014.
Το αποτέλεσμα ήταν, όπως επιβεβαιώνει και η Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος, «η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών να παραμένει σε ικανοποιητικά επίπεδα», ακόμη και στο 1ο τρίμηνο του 2015.
Κάτι που επιβεβαίωσε και η τότε Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού της ΕΚΤ, κα. Ντανιέλ Νουί, στις 7 Ιουνίου 2015.
Ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Οι Ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να είναι φερέγγυες και οι Ελληνικές εποπτικές αρχές έχουν κάνει καλή δουλειά τα τελευταία χρόνια για την ανακεφαλαιοποίηση και την αναδιάρθρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα».
Ενδεικτικά, εξαιτίας επιλογών της περιόδου πριν το 2015, τα τραπεζικά ιδρύματα:

Επανέκτησαν μέρος των καταθέσεων.
Πραγματοποίησαν επιτυχείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, αντλώντας 8,3 δισ. ευρώ από τις αγορές.
Εξέδωσαν τίτλους αξίας περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
Μηδένισαν την εξάρτησή τους από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας της ΕΚΤ.
Μειώθηκε δραστικά η ροή των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ενώ τα συνολικά έσοδα στον Κρατικό Προϋπολογισμό από την αξιοποίηση του πακέτου ρευστότητας του 2008, από μερίσματα και προμήθειες, υπερέβησαν τα 4 δισ. ευρώ την περίοδο 2009-2014.
Επ’ ωφελεία των Ελλήνων φορολογουμένων.

Συμπέρασμα 1:

Η κατάσταση στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα – σταδιακά – σταθεροποιήθηκε, και μέχρι το 2014, αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη σε αυτό.
Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2015.
Η Κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, με λανθασμένους και ανερμάτιστους χειρισμούς, έφερε το τραπεζικό σύστημα αντιμέτωπο με μεγάλους κινδύνους.
Κίνδυνοι που διογκώθηκαν μετά την τραπεζική αργία και τους κεφαλαιακούς περιορισμούς.
Και αυτό γιατί, μεταξύ άλλων, το 1ο εξάμηνο του 2015:

Οι συνολικές καταθέσεις και τα repos των πιστωτικών ιδρυμάτων μειώθηκαν κατά περίπου 50 δισ. ευρώ, η μεγαλύτερη εκροή από την αρχή της κρίσης.
Η ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών επιδεινώθηκε, καθώς αυξήθηκαν ραγδαία τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Η αξία των τραπεζικών μετοχών που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο «κατέρρευσε», αφού, αυτή μειώθηκε κατά 80%.
Επεστράφησαν, με ευθύνη της Κυβέρνησης, τα 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Και τέλος, η χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τον μηχανισμό παροχής έκτακτης ρευστότητας.
Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος;

Οι προειδοποιήσεις του 2015

Αυτά τα στοιχεία επιβεβαιώνει και η Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Δεκέμβριο του 2015, η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Οι παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, η εκροή καταθέσεων και το συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της χειροτέρευσης του οικονομικού κλίματος, κατέστησαν αναγκαία την εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, παρά την ανακεφαλαιοποίηση του 2014».
Το ίδιο επισημαίνει και η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Ιούλιο του 2015, η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ελλάδα, που προήλθαν από την αβεβαιότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Ελληνικής Κυβέρνησης το τελευταίο εξάμηνο», δηλαδή το 1ο εξάμηνο του 2015.
Τέλος, Έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τον Οκτώβριο του 2015, υποστήριζε ότι οι νέες κεφαλαιακές ανάγκες οφείλονται στη χειροτέρευση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος για το 2015 και τα επόμενα χρόνια, στα νέα, πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα της Κυβέρνησης, στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, στη μείωση της αξίας των εξασφαλίσεων, και στην αναμενόμενη αυξημένη ροή νέων επισφαλών δανείων.
Σε δεδομένα δηλαδή που διαμορφώθηκαν στην οικονομία το 2015.
Είναι ενδεικτικό ότι η Συνολική Αξιολόγηση που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το 2014, έδειξε ότι οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και τα σχέδια αναδιάρθρωσης που υλοποιούνταν από τις συστηµικές τράπεζες, ενίσχυσαν σημαντικά την κεφαλαιακή τους θέση.
Αυτό δυστυχώς αντιστράφηκε πλήρως το 2015, καθώς στην αντίστοιχη άσκηση διαπιστώθηκε σημαντικό κεφαλαιακό έλλειμμα για όλες τις ελληνικές συστημικές τράπεζες.
Εν προκειμένω, για την Τράπεζα Πειραιώς, οι κεφαλαιακές ανάγκες, αφού ελήφθησαν υπόψη ορισμένες ενέργειες από την τράπεζα, ανήλθαν στα 4,7 δισ. ευρώ.
Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος;

Συμπέρασμα 2:

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τη διαμόρφωση της ανάγκης μιας νέας, 3ης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, το 2015.
Ποιό ήταν όμως το αποτέλεσμα αυτή της 3ης, αχρείαστης ανακεφαλαιοποίησης;
1ον. Η ανακεφαλαιοποίηση προσέθεσε νέο κόστος στο Δημόσιο και αύξησε το δημόσιο χρέος.
Επιβαρύνθηκαν οι Έλληνες φορολογούμενοι, κάτι που δεν υπήρχε ως ενδεχόμενο λίγους μήνες πριν.
2ον. Η ανακεφαλαιοποίηση απαξίωσε τις προηγούμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

Πιο συγκεκριμένα:

Για την Εθνική Τράπεζα, η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, το 2013, έγινε με τιμή ανά μετοχή, στα 4,29 ευρώ.
Η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση, το 2014, στα 2,2 ευρώ.
Και η τρίτη, η «αριστερή» ανακεφαλαιοποίηση, το 2015, στα 0,02 ευρώ.
Για την Alpha Bank, η πρώτη, το 2013, έγινε με τιμή ανά μετοχή στα 0,44 ευρώ.
Η δεύτερη, το 2014, στα 0,65 ευρώ.
Και η τρίτη, το 2015, στα 0,04 ευρώ.
Πάμε και στις άλλες τράπεζες;
Eurobank: 1,5 ευρώ η πρώτη, 0,31 ευρώ η δεύτερη, και 0,01 ευρώ η τρίτη.
Τράπεζα Πειραιώς: 1,7 ευρώ η πρώτη, 1,7 ευρώ η δεύτερη, 0,03 ευρώ η τρίτη.
Μάλιστα η 3η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Πειραιώς έγινε με discount 99%!
Συνεπώς, το κόστος για τους παλαιούς επενδυτές, μικρούς και μεγάλους, ήταν τεράστιο.
Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος και μικροεπενδυτών;

3ον. Η ανακεφαλαιοποίηση σχεδόν εκμηδένισε την αξία του χαρτοφυλακίου του ΤΧΣ, δηλαδή των μετοχών που κατείχαν ουσιαστικά οι Έλληνες φορολογούμενοι μέσω του Δημοσίου.
Συγκεκριμένα, η αξία της συμμετοχής του ΤΧΣ διαμορφώθηκε στα 2,4 δισ. ευρώ στο τέλος του 2015, από 11,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014.
Ενδεικτικά, η αξία των μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς συρρικνώθηκε από τα 3,71 δισ. ευρώ στο τέλος του 2014, στα 641 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2015!

Ενώ και τα ποσοστά συμμετοχής του ΤΧΣ συρρικνώθηκαν.
Στο 26% στην Τράπεζα Πειραιώς, από 67%.
Στο 11% στην Alpha Bank, από 66%.
Στο 2,4% στην Eurobank, από 35%.
Στο 40% στην Εθνική, από 57%.

4ον. Η ανακεφαλαιοποίηση τροποποίησε, επί το δυσμενέστερο, τα σχέδια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Το αποτέλεσμα ήταν να προβλέπεται μεγάλη συρρίκνωση του δικτύου των τραπεζών, ακόμη πιο σημαντικές μειώσεις προσωπικού, και απώλεια αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών, κυρίως στο εξωτερικό.

Συμπέρασμα 3:

Το αποτέλεσμα της «αριστερής» ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών ήταν εξαιρετικά δυσμενές για τη χώρα, τους φορολογούμενους, τους μετόχους, μικρούς και μεγάλους, και τους εργαζόμενους.
Και τολμάτε, Συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να μιλάτε για προστασία δημοσίου συμφέροντος;
Αυτά έγιναν τότε, το 2015.
Μήπως όμως, παρά το τεράστιο κόστος, αντιμετωπίσθηκαν μεταγενέστερα τα προβλήματα που τότε δημιουργήθηκαν;
Μήπως η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, έστω και μετά την καταστροφή του 2015, επέτυχε τους στόχους που η ίδια έθεσε;
Να θυμίσουμε ότι ο κ. Τσίπρας, στις 5 Οκτωβρίου 2015, στις προγραμματικές δηλώσεις της τότε Κυβέρνησης, είχε τονίσει ότι «με τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις δεν αντιμετωπίσθηκε το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων».
Υποστήριζε ότι, με την 3η ανακεφαλαιοποίηση, αυτό θα επιτυγχάνονταν.
Ο κ. Τσακαλώτος, στις 31 Οκτωβρίου 2015, είχε επισημάνει ότι στο τέλος του έτους [δηλαδή του 2015] θα είχε ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και θα είχε λυθεί και το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων.
Τα ίδια υποστήριζε, την ίδια ημέρα, και ο κ. Δραγασάκης.
Δυστυχώς για τη χώρα, επί 4 χρόνια, η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε παταγωδώς.

Συγκεκριμένα:
1ον. Τον Ιούνιο του 2019, η αξία των μετοχών στις συστημικές τράπεζες διαμορφώθηκε στα 1,6 δισ. ευρώ, ακόμη χαμηλότερα και από το τέλος του 2015 (ήταν 2,4 δισ. ευρώ).
Ειδικότερα, η αξία των μετοχών της Τράπεζας Πειραιώς, χωρίς μεταβολή του ποσοστού του ΤΧΣ στο μεσοδιάστημα, συρρικνώθηκε περαιτέρω, από τα 642 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2015, στα 354 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο του 2019.
2ον. Τα «κόκκινα» δάνεια ανήλθαν, τον Μάρτιο του 2016, στα 107 δισ. ευρώ.
Στο υψηλότερο σημείο τους!
Δηλαδή, όταν όλη η Ευρώπη προχωρούσε μπροστά, εκμεταλλευόμενη το ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον, εμφανίζοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα στη μείωση των «κόκκινων» δανείων, η χώρα μας αποτελούσε «αρνητική» εξαίρεση.
Με αποτέλεσμα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο του δανειακού χαρτοφυλακίου, να βρίσκεται, τον Ιούνιο του 2019, στο 43,6%, δηλαδή στο επίπεδο του 2014!
Και αυτή την αποτυχία της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ την παραδέχθηκε ο κ. Δραγασάκης, στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, στις 31 Ιανουαρίου 2019, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά:
«Είμαστε η χώρα με τα περισσότερα «κόκκινα» δάνεια (…) αν δεν το προσέξουμε, μπορεί να κάνουμε ρυθμίσεις που να οδηγήσουν τις τράπεζες να απαιτηθούν νέα κεφάλαια. Δυστυχώς, αυτά τα νέα κεφάλαια ενδεχομένως να κληθεί να τα βάλει πάλι ο Έλληνας φορολογούμενος.»
Και έλεγε την αλήθεια, για την εικόνα του τραπεζικού συστήματος που μας παρέδωσε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ!

Συμπέρασμα 4:

Επί 4 χρόνια, το πρόβλημα της διαχείρισης του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με αποκλειστική ευθύνη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, παρέμεινε οξύ και άλυτο.
Αυτή την δύσκολη κατάσταση κληρονομήσαμε, το καλοκαίρι του 2019.

Οι ενέργειες της κυβέρνησης ΝΔ

Παρά αυτές όμως τις δυσκολίες, επί 1,5 έτος, ως πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών, κινούμαστε με σχεδιασμό, σοβαρότητα, μεθοδικότητα και υπευθυνότητα, για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα και τις προκλήσεις.
Συγκεκριμένα:

1ον. Εφαρμόζουμε, με επιτυχία, το σχέδιο «ΗΡΑΚΛΗΣ»

Μία ολοκληρωμένη συστημική λύση, που ψηφίστηκε στο τέλος του 2019, και η οποία έχει οδηγήσει σε σημαντικά, θετικά αποτελέσματα.
Έχουν ήδη ενταχθεί σε αυτή όλες οι συστημικές τράπεζες, προσελκύοντας διεθνείς επενδυτές, με συνολική ακαθάριστη αξία τιτλοποιήσεων που ανέρχεται περίπου στα 32 δισ. ευρώ.
Αυτό οδήγησε σε σημαντική συρρίκνωση των «κόκκινων» δανείων.
Συγκεκριμένα, το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώνεται στα 47 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2020.
Δηλαδή, μειωμένα κατά 31% μέσα σε ένα έτος!
Πρόκειται για μεγάλη επιτυχία της ελληνικής οικονομίας, που αναγνωρίζεται, διεθνώς.
Πλέον, δρομολογούμε την επέκταση του Προγράμματος.
Αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας γεγονός, γιατί, όπως φαίνεται από τον προγραμματισμό αλλά χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της πανδημίας, μέχρι το τέλος του 2022, όλες οι συστημικές τράπεζες μπορούν να έχουν επιτύχει μονοψήφιο ποσοστό «κόκκινων» δανείων, πιθανόν κάποιες και μέσα στο 2021.
Χαρακτηριστικά, και οι 4 συστημικές τράπεζες ανακοίνωσαν – τις προηγούμενες εβδομάδες – πιο επιθετικές στρατηγικές μείωσης των «κόκκινων» δανείων, με ένταξη χαρτοφυλακίων στην επέκταση του «ΗΡΑΚΛΗ».
Επί της ουσίας, μέσα στα 2 ½ έτη της διακυβέρνησής μας, θα έχει επιτευχθεί μία από τις μεγαλύτερες συστημικές μειώσεις του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων που υπάρχει στη διεθνή βιβλιογραφία.

2ον. Νομοθετήσαμε ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή 2ης ευκαιρίας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Το νέο αυτό πλαίσιο αντικαθιστά ένα σύνθετο πλέγμα διάσπαρτων μέτρων, που δεν κατάφεραν, τα προηγούμενα χρόνια, να δώσουν ουσιαστική λύση στο πρόβλημα.
Επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα ρύθμισης και αναδιάρθρωσης χρεών προς τράπεζες, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, λαμβάνοντας ειδικές πρόνοιες για τους ευάλωτους πολίτες, οι οποίοι θα στηρίζονται από το Κράτος, ενώ παράλληλα διασφαλίζει ότι δεν θα ενταχθούν στρατηγικοί κακοπληρωτές στο νέο σχήμα.

3ον. Υλοποιούμε το Πρόγραμμα «ΓΕΦΥΡΑ», παρέχοντας ουσιαστική στήριξη στους πολίτες, νοικοκυριά και – πλέον από χθες και – επιχειρήσεις, που δοκιμάζονται από τον οικονομικό αντίκτυπο της υγειονομικής κρίσης

Παράλληλα, ενισχύουμε την κουλτούρα πληρωμών και επιβραβεύουμε, για πρώτη φορά, τους συνεπείς δανειολήπτες.

4ον. Ενισχύουμε τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, κυρίως των μικρομεσαίων

Ενδεικτικά, με την υλοποίηση των 6 πρώτων κύκλων της Επιστρεπτέας Προκαταβολής, έχουν ήδη διοχετευθεί 7,3 δισ. ευρώ στην πραγματική οικονομία.
Ενώ, μέσω του ΤΕΠΙΧ ΙΙ και του Ταμείου Εγγυοδοσίας, έχουν εκταμιευθεί δάνεια ύψους 7,5 δισ. ευρώ, σε 31.872 επιχειρήσεις.

5ον. Ενισχύουμε και επεκτείνουμε την τραπεζική χρηματοδότηση, με τη σταδιακή διοχέτευση στην οικονομία των κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης

Το ποσό που αναλογεί στη χώρα μας ανέρχεται στα 32 δισ. ευρώ, κυρίως επιχορηγήσεις, που θα κατευθυνθούν σε μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις οι οποίες ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.
Ποσό το οποίο διαμορφώνεται στα 57 δισ. ευρώ, εάν προσθέσουμε ένα σημαντικό κεφάλαιο που θα κινητοποιηθεί από τον ιδιωτικό τομέα, με την αξιοποίηση και του τραπεζικού συστήματος της χώρας μας.

Συμπέρασμα 5:

Βασική επιδίωξη του οικονομικού επιτελείου, και συνολικά της Κυβέρνησης, όπως αποδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές και δράσεις, είναι τα τραπεζικά ιδρύματα να αποτελέσουν, ξανά, μοχλό ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας και ενεργοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας.

Οι στόχοι της Πειραιώς

Μέσα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον, με θετικές προοπτικές αλλά και προκλήσεις, η Τράπεζα Πειραιώς επιδιώκει την ταχεία αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στον ισολογισμό της και τον επιχειρηματικό μετασχηματισμό της.
Στο πλαίσιο αυτό σχεδιάζει την κεφαλαιακή της ενίσχυση, μέσα από μία μεγάλη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου.
Γιατί όμως αυτή είναι αναγκαία;
Η απάντηση είναι, για μια σειρά από λόγους:

1ος. Με στοιχεία Δεκεμβρίου 2020, η Τράπεζα είχε δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων περίπου στο 45%, τον υψηλότερο στην Ελλάδα, και έναν από τους υψηλότερους μεταξύ των συστημικών τραπεζών υπό την εποπτεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού.
Γίνεται κατανοητό ότι όταν η μεγαλύτερη τράπεζα στην Ελλάδα έχει «κόκκινο» το μισό χαρτοφυλάκιο δανείων της, υπάρχει:

πρόβλημα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και
πρόβλημα δυνατότητας χρηματοδότησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, και διάχυσης της ευνοϊκής νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι με βάση το ισχύον πλαίσιο, το εποπτικό κόστος του να διακρατά μια τράπεζα «κόκκινα» δάνεια στον ισολογισμό της είναι υψηλό, και ολοένα αυξανόμενο.
Ενώ η μείωση των «κόκκινων» δανείων σε επίπεδο συστήματος είναι πρακτικά απαραίτητη, για να συμμετέχουμε στα βήματα που γίνονται, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προς την τραπεζική ενοποίηση.

2ος. Το Πρόγραμμα «ΗΡΑΚΛΗΣ», πράγματι, «ξεμπλόκαρε» τις πωλήσεις δανείων μέσω τιτλοποιήσεων, με ευεργετικές συνέπειες για τις τράπεζες και την οικονομία.
Εντούτοις, οι τράπεζες επωμίζονται σημαντικό κόστος από τις εν λόγω συναλλαγές.
Ενδεικτικά, το συνολικό κόστος που προϋπολογίζει η Τράπεζα Πειραιώς για τις πωλήσεις δανείων εντός του 2021 και την εξυγίανση του ισολογισμού της, θα αφαιρέσει περίπου 6,5 ποσοστιαίες μονάδες από το συνολικό δείκτη κεφαλαιακής της επάρκειας.

3ος. Ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας είναι, με στοιχεία Δεκεμβρίου 2020, στο 15,8%, ενώ, λαμβάνοντας υπόψη την πλήρη επίδραση από την εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9, ο δείκτης μειώνεται στο 13,8%.
Άρα είναι ξεκάθαρο ότι χωρίς κεφαλαιακή ενίσχυση, είτε η τράπεζα δεν θα μπορούσε να εξυγιάνει τον ισολογισμό της, είτε θα έριχνε τους δείκτες φερεγγυότητας κάτω των ελαχίστων εποπτικών ορίων, με ότι αυτό συνεπάγεται, ακόμη και αν λάβουμε υπόψη την ευελιξία που έχει δείξει ο Ευρωπαϊκός εποπτικός μηχανισμός έως το 2022.

Τσακαλώτος: Ούτε μια σοβαρή κουβέντα για τις τράπεζες

«Ο κ. Σταϊκούρας μάς συνηθίζει σε ομιλίες που είναι πάντα οι ίδιες. Χωρίς καμία αντίληψη ότι έχει χρέος να εμπλακεί με επιχειρήματα των άλλων» είπε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ –ΠΣ, από το βήμα της Βουλής.

Τόνισε ότι ο κ. Σταϊκούρας δεν είπε τίποτα επί της ουσίας για τις τράπεζες αλλά περιορίστηκε σε μια επίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ. Ενώ θα μπορούσαμε, συνέχισε ο Ε. Τσακαλώτος, να έχουμε κάνει συζήτηση για το τι φταίει για το σημείο που βρίσκονται σήμερα οι τράπεζες. Και σημείωσε τις ευθύνες που υπάρχουν από το 2009 και μετά για την απώλεια καταθέσεων, την μείωση της συμμετοχής του δημοσίου και την απώλεια αξίας.

Απάντησε δε και στα επιχειρήματα της ΝΔ λέγοντας ότι απώλεια αξίας είχαμε και με τις δύο κυβερνήσεις: 26 δις από το 2010 μέχρι το 2014 και 11 δις μετά. Και τόνισε ότι στις δύο περιπτώσεις υπήρχαν επιβολές. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε θέληση για bad bank αλλά υπήρχε ισχυρή αντίσταση από το εξωτερικό.

Σημείωσε όμως ότι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η οποία παρέλαβε τις τράπεζες σε μια εξαιρετικά κακή κατάσταση, έγιναν πράγματα που δεν έγιναν στις πρώτες ανακεφαλαιοποιήσεις, όπως η μέριμνα για το ζήτημα των κόκκινων δανείων και το νομοθετικό πλαίσιο για διαχείριση, servicers, ιδιωτικό χρέος, διοικητικά συμβούλια.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος άσκησε σκληρή κριτική στον Χ. Σταϊκούρα, αλλά και τον εισηγητή της πλειοψηφίας τον κ. Καραγκούνη λέγοντας ότι αν άκουγε κανείς την τοποθέτηση του θα πίστευε ότι δεν χρεοκόπησε η χώρα το 2009, δεν χάθηκε το 25% του ΑΕΠ, δεν έγινε PSI που επιβάρυνε δυσανάλογα τις ελληνικές τράπεζες.

Ο πρώην υπουργός Οικονομικών είπε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θέση για το μέλλον του τραπεζικού συστήματος αλλά και για την Τράπεζα Πειραιώς, λέγοντας ότι κατανοεί γιατί πρέπει να γίνει ανακεφαλαιοποίηση. «Αν και η ΝΔ δεν μας εξήγησε γιατί τώρα χρειάζεται ανακεφαλαιοποίηση για τα κόκκινα δάνεια, αλλά οι προηγούμενες ανακεφαλαιοποίησεις που έγιναν για τα κόκκινα δάνεια ήταν περιττές» προσέθεσε.

Σημείωσε όμως ότι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ είναι στον αντίποδα της στρατηγικής της κυβέρνησης που από ότι φαίνεται είναι να πέσει η συμμετοχή του δημοσίου και κάτω του 34%. Και τόνισε την ιδεολογική διαφορά που υπάρχει: «Γιατί ο κ. Στουρνάρας είπε ότι δεν ήταν σωστή η εμπειρία των δημοσίων τραπεζών. Λες και η κρίση του 2009 έγινε επειδή οι τράπεζες ήταν δημόσιες. Εμείς αντίθετα πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρχει ένας ισχυρός δημόσιος πυλώνας στο τραπεζικό σύστημα» θέτοντας παράλληλα το ζήτημα της πιο πλουραλιστικής σύνθεσης των ΔΣ των τραπεζών. Για να προσθέσει ότι ανεξαρτήτως ιδεολογικών καταβολών, σε καθαρά οικονομικούς όρους αν αναμένεται να ανακάμψει η μετοχή της Πειραιώς θα πρέπει να συμμετέχει ο ελληνικός λαός σε αυτά τα οφέλη.

Παράλληλα τόνισε ότι αντί να συζητάμε για το μέλλον των τραπεζών η ΝΔ μπαίνει σε μικροπολιτικές συζητήσεις και ειρωνείες λέγοντας ότι για όλα τα δεινά ευθύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ, «ενώ η ΝΔ που χρεοκόπησε τη χώρα και εφάρμοσε το PSI είχε κατά νου πάντα το δημόσιο συμφέρον». Προσέθεσε ότι και στην περίπτωση των μικρομετόχων, οι πρώτες ενδείξεις ήταν ότι δεν ενδιαφερόταν η κυβέρνηση για τη διαφύλαξη των συμφερόντων τους αν και βέβαια φαίνεται να αναθεωρεί αυτές τις αρχικές της αποφάσεις.

Τέλος ο Ε. Τσακαλώτος ρώτησε την κυβέρνηση σε τι πράξεις θα προβεί για να συμμετέχουν ή όχι επενδυτές που θα έχουν πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική από τα hedge funds στην ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας.

Έφη Αχτσιόγλου: «Κατά συρροή ζημία του Δημοσίου στην Τράπεζα Πειραιώς»

Η τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ Έφη Αχτσιόγλου επισήμανε μιλώντας στη συνεδρίαση της Επιτροπής ότι «το Δημόσιο υπέστη ήδη τεράστια ζημιά με τη μη πληρωμή του τοκομερίδιου. Θα υποστεί και δεύτερη με την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Ποια είναι τελικά η διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος από την ελληνική κυβέρνηση και από το ΤΧΣ, στην υπόθεση της Τράπεζας Πειραιώς; Με ποιον τρόπο έχουν ενεργήσει μέχρι στιγμής και πρόκειται να ενεργήσουν στο μέλλον, για να προστατέψουν το δημόσιο συμφέρον;».

Η Ε. Αχτσιόγλου επισήμανε μία σειρά πολύ σοβαρών ερωτημάτων που γεννώνται, για τη στάση της κυβέρνησης και του ΤΧΣ, τόσο στην απόφαση μη αποπληρωμής του τοκομεριδίου από την τράπεζα όσο και στον σχεδιασμό της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου.

Για την 1η φάση και τη μη αποπληρωμή του τοκομεριδίου των 166 εκατ. ευρώ προς το ελληνικό Δημόσιο από την τράπεζα Πειραιώς, τόνισε ότι «ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας, το 2020, σε τοποθετήσεις του διαβεβαίωνε ότι θα πληρωθεί κανονικά το κουπόνι με μετρητά, ότι αυτός είναι ο σχεδιασμός της Τράπεζας και ότι η κεφαλαιακή επάρκειά της είναι σε καλύτερο επίπεδο από το 2019, οπότε και είχε πληρωθεί το σχετικό τοκομερίδιο αντιστοίχως. Η τράπεζα αλλάζει απόφαση και επικαλείται τη σύσταση της ΕΚΤ για μη πληρωμή μερισμάτων. Η κυβέρνηση και ο κ. Σταϊκούρας προσπάθησε να παρουσιάσει ότι αυτή η σύσταση της ΕΚΤ ήταν υποχρεωτική. Όμως η σύσταση δίνει κατευθύνσεις χωρίς να είναι δεσμευτική. Η τράπεζα κάνει την ερμηνεία που θεωρεί ότι την συμφέρει, όμως γιατί το Δημόσιο και το ΤΧΣ ερμηνεύουν κατ΄ αρχάς τη σύσταση ως υποχρεωτική, όταν όπως αποδείχτηκε επρόκειτο να οδηγήσει σε ζημία του Δημοσίου;»

Δεύτερο, πρόσθεσε, «η σύσταση λέει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα καλό θα ήταν να μην προχωρήσουν σε καταβολή μερισμάτων, εννοεί καταβολή μετρητών, γιατί η τράπεζα επιλέγει όχι απλώς να μην πληρώσει σε μετρητά αλλά να μην πληρώσει ούτε σε μετοχές το Δημόσιο, όπως θα μπορούσε. Ο κ. Μεγάλου έχει απαντήσει ότι εδώ είναι προφανές γιατί δεν αποπληρώνουμε σε μετοχές, γιατί στην πραγματικότητα μας είναι πολύ περισσότερο συμφέρον να μην αποπληρώσουμε καθόλου και να υπάρχει η πλήρης μετατροπή του cocos σε συμμετοχή του Δημοσίου. Το ερώτημα είναι γιατί η κυβέρνηση και το ΤΧΣ αποδέχονται αυτή τη στάση που ζημιώνει το Δημόσιο; Συναίνεσε το ΤΧΣ στη ζημία που υπέστη το Δημόσιο; Τι ψήφισε στην κρίσιμη συνεδρίαση; Με την απόφαση να μην πληρωθεί το Δημόσιο ούτε σε μετοχές, που υπήρχε η δυνατότητα, το Δημόσιο υπέστη μία τεράστια ζημιά που ξεπερνά το 1 δισ. Ερώτημα είναι τι έκανε η κυβέρνηση και το ΤΧΣ μπροστά σε αυτή την απόφαση που προκάλεσε μεγάλη ζημία στο Δημόσιο ήδη. Τι θέση κράτησε η ελληνική κυβέρνηση δια του ΤΧΣ στο ζήτημα αυτό; Πήρε την ίδια θέση και συναίνεσε τελικά σε αυτή τη ζημία που υπέστη το δημόσιο συμφέρον;»

Για τη δεύτερη περίοδο που αφορά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η Ε. Αχτσιόγλου σημείωσε ότι «οι όροι που έχουν δει το φως της δημοσιότητας είναι εξαιρετικά προβληματικοί για το τι θα συμβεί με την περιουσία του Δημοσίου. Καταργείται πράγματι το δικαίωμα προτίμησης για το Δημόσιο και τους υφιστάμενους μετόχους; Πρόκειται να οδηγήσει πράγματι σε μία απίσχναση της τάξης του 95% για τους υφιστάμενους μετόχους, δηλαδή μία απόλυτη ζημία και καταστροφή για το Δημόσιο;».

Επίσης, «η υπόλοιπη μεθοδολογία που φαίνεται ότι θα ακολουθηθεί πρόκειται να οδηγήσει τους νέους ιδιώτες επενδυτές μετόχους, που θα συμμετάσχουν, μέσα σε μία νύχτα να τετραπλασιάσουν τα κέρδη τους. Δηλαδή, θα οδηγήσει σε μία δραματική ζημία για το Δημόσιο και ταυτόχρονα ένα υπερκέρδος για τους νέους μετόχους. Ποια είναι η θέση του ΤΧΣ και η θέση της κυβέρνησης για αυτό; Θα συναινέσουν σε αυτό το σχέδιο, θυμίζω ότι νομικά το ΤΧΣ έχει τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο, όταν πρόκειται να γίνει αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που ζημιώνει το Δημόσιο. Θα το κάνει; Θα ασκήσει βέτο αν πρόκειται να συμβεί αυτό;».

Υπογράμμισε, ακόμα, ότι «ο Διευθύνων Σύμβουλος της Πειραιώς λέει ότι έχει την πλήρη υποστήριξη για οποιαδήποτε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, οπουδήποτε και αν αυτή οδηγήσει το Δημόσιο, από το ΤΧΣ. Στην πραγματικότητα λέει ότι έχει τη λευκή επιταγή γι’ αυτή την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, χωρίς κανέναν όρο από το Δημόσιο. Ποια είναι η θέση της κυβέρνησης και του ΤΧΣ;»

Τέλος, σημείωσε ότι «δεν μπορεί ο κ. Σταϊκούρας να εγκαλεί για θρασύτητα την αντιπολίτευση, όταν ήταν μέλος του οικονομικού επιτελείου μίας κυβέρνησης η οποία άφησε το 2014 εντελώς άδεια ταμεία στη χώρα, 28 δισ. πληρωμές χρέους, ένα πρόγραμμα ανεπίστρεπτα εκτός πορείας, με απαιτήσεις για μέτρα λιτότητας 8 δισ. μέσα σε ένα εξάμηνο. Και, αντιθέτως, παρέλαβε μια χώρα με το δημόσιο χρέος ρυθμισμένο, αποθεματικό 37 δισ. και ολοκληρωμένο πρόγραμμα».

Δείτε επίσης

Πηγή: tilegrafimanews.gr